Τελεφερίκ στην Ιστορία: Η αλαζονεία της εξέλιξης

Τη νύχτα της 23ης Ιουλίου, κατά τον εορτασμό της Απελευθέρωσης της Μονεμβασιάς, ο ουρανός πάνω από τον ιστορικό βράχο γέμισε φως. Δεκάδες drones ευθυγραμμίστηκαν με χειρουργική ακρίβεια, σχηματίζοντας, μεταξύ άλλων, σαν ολόγραμμα στον νυχτερινό αέρα τη μορφή του ποιητή Γιάννη Ρίτσου.

Όμως, έτσι όπως στεκόταν το φωτεινό πρόσωπο του ποιητή ψηλά στον θόλο του ουρανού, το βλέμμα του έμοιαζε να μην κοιτάζει τους εορτασμούς. Έμοιαζε να χαμηλώνει προς τη γη, να αντικρίζει τον αγαπημένο του βράχο και, ακριβώς δίπλα στο πατρικό του σπίτι, να συναντά την κίτρινη, σιδερένια σιλουέτα ενός μεγάλου εκσκαφέα.

Τότε, για κάποιους, μια παράξενη σιωπή σκέπασε τη γιορτή. Οι δικές του λέξεις άρχισαν να σκίζουν τον νυχτερινό ουρανό σαν αστραπές, αντηχώντας πάνω στο σκοτεινό Μυρτώο:

«Αυτό το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή… Δεν πουλιέται, δεν πατιέται, δεν υποτάσσεται σε σίδερα και συρματόσκοινα. Πώς πας να τρυπήσεις το κόρφο των πυρωμένων λιθαριών για να στήσεις τη δική σου εφήμερη ματαιοδοξία;»

«Αυτό το πέτρινο καράβι ταξιδεύει αιώνες στα κύματα της ιστορίας. Δεν χρειάζεται σιδερένια φτερά ούτε μηχανές για να πετάξει-ταξιδεύει με τη μνήμη των ανθρώπων του. Μη λαξεύετε τα πλευρά του, μην του φορτώνετε αλυσίδες γυαλιού και σιδήρου, γιατί θα βουλιάξει από την ντροπή μας».

«Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις… αλλά φυλάξου απ’ αυτούς που μετρούν την ομορφιά με το μέτρο και το κέρδος. Εκεί που οι πρόγονοι πάταγαν ξυπόλητοι με σέβας πάνω στα λιθάρια, εσείς έρχεστε με βαριές μπότες και τρυπάνια να πουλήσετε τη θέα. Μα η ομορφιά του βράχου δεν αγοράζεται, ούτε ανεβαίνει με μηχανές-κερδίζεται με το γόνατο και τον ιδρώτα.»

…και η Γυναίκα με τα Μαύρα θα φώναζε σπαρακτικά:

«Άφησέ με να έρθω μαζί σου… μα πού να πάμε όταν ακόμα και τα βράχια της πατρίδας τα τρυπούν για να φτιάξουν δρόμους του αέρα για τους βιαστικούς; Έχασαν οι άνθρωποι τη σιωπή τους, έχασαν το βάδισμα στην ανηφόρα. Τώρα θέλουν να προσπερνούν την ιστορία χωρίς να την αγγίζουν». 

Τέλος, συμπλήρωσε μια τελευταία φράση:

«Ο βράχος αυτός δεν χρειάζεται τελεφερίκ για να φτάσει στον ουρανό. Ήταν πάντα εκεί. Μην πληγώνετε την πέτρα που μας στήριξε όταν όλα γύρω μας κατέρρεαν».

Κάποιος τεχνοκράτης πολιτικός πρέπει να απαντήσει στον ποιητή, κάποιος πρέπει να τον κάνει να σιωπήσει…

Πόσα ερωτήματα γεννιούνται μέσα από την προαναγγελτική – προφητική του ποίηση!

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, ο ποιητής του φωτός -αυτός που ύμνησε όσο κανείς το ανελέητο, καθαρό φως του βράχου και την αλύγιστη ψυχή των ανθρώπων του- να άκουγε σήμερα να αποκαλούν «άρχοντες του σκότους» και «παγωμένα μυαλά» όσους αγωνιούν για τις πληγές της Καστροπολιτείας;

Αν η αγάπη για την πέτρα, τον σεβασμό στην ιστορία και τη διατήρηση της ανόθευτης ομορφιάς λέγεται «σκότος», τότε το δικό τους «φως» δεν είναι παρά η εκτυφλωτική αλαζονεία της τσιμεντοποίησης.

Τα μυαλά που «πάγωσαν» δεν είναι εκείνα που ζητούν να μείνει ο βράχος αλώβητος, αλλά εκείνα που δεν μπορούν πια να συγκινηθούν από τη σιωπή του. Και όσο κι αν προσπαθούν να ντύσουν την καταστροφή με λέξεις προόδου, ο Ρίτσος από ψηλά θα συνεχίσει να τους θυμίζει πως το αληθινό φως δεν αγοράζεται με εισιτήριο, ούτε ανεβαίνει με συρματόσκοινα.

Ι.Μ.Γ.Γ.

(Οι απόψεις που εκφράζονται στα άρθρα που δημοσιεύονται στην παρούσα Ενότητα είναι προσωπικές και αποτελούν την ιδία γνώμη που εκφράζει ο εκάστοτε συντάκτης)

Cable Car to History: The Arrogance of Progress

On the night of July 23rd, during the celebration of the Liberation of Monemvasia, the sky above the historic rock filled with light. Dozens of drones aligned with surgical precision, forming, among other things, like a hologram in the night air, the figure of Yannis Ritsos.

Yet as the poet’s luminous face stood high in the vault of the sky, his gaze seemed not to look toward the celebrations. It seemed to lower toward the earth, to behold his beloved rock, and, right beside his family home, to meet the yellow, iron silhouette of a great excavator.

Then, for some, a strange silence fell over the festivities. His own words began to tear through the night sky like lightning, echoing over the dark Myrtoan Sea:

“This landscape is hard as silence… It is not for sale, not to be trodden on, not to be subdued by iron and cables. How dare you pierce the breast of these sun-scorched stones to erect your own fleeting vanity?”

“This stone ship has sailed for centuries on the waves of history. It needs no iron wings, no engines to fly—it travels on the memory of its people. Do not carve into its ribs, do not load it with chains of glass and steel, for it will sink beneath our shame.

“Do not weep for Romiosyni… but beware of those who measure beauty by profit and by the yardstick. Where our ancestors once walked barefoot, with reverence, upon these stones, you come now with heavy boots and drills to sell the view. But the beauty of the rock is not bought, nor is it reached by machines—it is earned by the knee and by sweat“.

…and the Woman Dressed in Black would cry out in anguish:

“Let me come with you… but where shall we go, when even the rocks of our homeland are being drilled to build roads through the air for the hurried? People have lost their silence, lost the climb up the slope. Now they wish to pass history by without ever touching it“.

At last he added one final line:

“This rock needs no cable car to reach the sky. It was always there. Do not wound the stone that held us up when everything around us was collapsing”.

Some technocrat politician must answer the poet, someone must silence him…

How many questions arise from his prophetic, foretelling poetry!

How is it possible, then, that the poet of light—he who, more than anyone, sang the merciless, pure light of the rock and the unbending soul of its people—should hear today those who agonize over the wounds of the Castle-town being branded as “lords of darkness” and “frozen minds”?

If love for the stone, respect for history, and the preservation of unspoiled beauty is called “darkness,” then their own “light” is nothing but the blinding arrogance of concrete.

The minds that have “frozen” are not those who ask that the rock remain untouched, but those who can no longer be moved by its silence. And however much they try to dress destruction in the language of progress, Ritsos, from above, will go on reminding them that true light cannot be bought with a ticket, nor climbed with steel cables.

Ι.Μ.Γ.Γ.

(The opinions expressed in the articles published in this section are personal and represent the personal opinion expressed of each publisher)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *